Ήθη και Έθιμα

Μοναδική η πορεία της Μάνης μέσα στην Ιστορία, (έγραφε 21-11-1993 η εφημ. Καθημερινή), μοναδική και η φύση της. Ενώνοντας αυτά τα δύο και εκτός από την καταλυτική γοητεία που ασκούν κατανοείς, το είδος των ανθρώπων που αυτή η γη βγάζει καθώς και τα δημιουργήματά τους. Η αρχιτεκτονική τους, τα έθιμα, τα μοιρολόγια, η ανδρεία τους. Οι Μανιάτες πολεμούσαν πάντα, παντού και στη πρώτη γραμμή.

Η Μάνη διατήρησε μέχρι στιγμής το χρώμα της, ενώ ο ιδιαίτερος τοπικός πολιτισμός με ισχυρές παραδόσεις (π.χ. άγραφος νόμος για συμφωνίες κάθε είδους, αγοροπωλησίες κ.λ.π.), κοινωνικά οργανωμένος με ήθη και έθιμα ξεχωριστά δένει αρμονικά με το ξεχωριστό τοπίο. Άνθρωποι μιλούν μια γλώσσα με λεκτική προφορά και ιδιωματισμούς που έχουν βάθος στην αρχαία Ελληνική γλώσσα (Δωρική).

Έχει επικρατήσει το έθιμο της αντεκδίκησης στη Μάνη να ονομάζεται βεντέτα, αντί του ορθού γδικιωμός ή δικηωμός, η λέξη όμως βεντέτα δεν υπάρχει στην παραδοσιακή Μάνη. Εξάλλου, ως εθνογραφικός και επιστημονικός όρος, η βεντέτα δηλώνει ιδιαίτερης μορφής αιματηρή εχθρότητα και σύγκρουση που καταλήγει σε αλληλοδιαδόχους φόνους και αντεκδικήσεις ανάμεσα σε δύο οικογένειες. Γενικά, όταν η σύγκρουση γινόταν μεταξύ μελών του ίδιου γένους επενέβαινε η γεροντική (=συμβούλιο του γένους) και προσπαθούσε να τα συμβιβάσει. Τα αίτια των συγκρούσεων και των φονικών ήταν ποικίλα. Σημαντικό ρόλο στη διατήρηση του εθίμου έπαιζαν και οι γυναίκες, οι οποίες με τα μοιρολόγια τους εξωθούσαν τους άντρες της οικογένειας στο φόνο.

Ο Γ. Φτέρης γράφει ότι η Μάνη είναι ο τόπος όπου «οι άνθρωποι κληρονομάνε αυτή τη φοβερή τιμιότητα: να θυμούνται. Και να μη λησμονάνε ποτέ τίποτα, ούτε το καλό ούτε το κακό».

Η χωσία ήταν ένα έντιμο και παραδεκτό μέσο που μεταχειριζόταν συνήθως ο εκδικητής για να πετύχει το σκοπό του και τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα αν κατάφερνε να πάρει εκδίκηση, έστω και με αυτό τον τρόπο. Μετά τη δημόσια γνωστοποίηση του αδικήματος που είχε υποστεί ο γενάρχης κήρυσσε τίμια τον πόλεμο στον αντίμαχο και φύλαγε «χωσία», που σημαίνει ενέδρα, καρτέρι κι αιφνιδιασμό, και ο αντίπαλος ήταν υποχρεωμένος να φυλάγεται.

Μεσολαβούσε η γεροντική (ομάδα που είχε ως αποστολή της το συμβιβασμό των αντιμαχομένων), σε μια προσπάθεια να συμβιβάσει τις αντιθέσεις. Κάποιες φορές γινόταν τρέβα, δηλαδή ανακωχή, που ανέστελλε τους νόμους του γδικιωμού όταν υπήρχαν ζωτικές εποχιακές εργασίες (μάζεμα ελιάς κ.λπ.).

Το ψυχικό ή ψυχαδερφοσύνη είναι το αντίθετο του γδικιωμού, συμφιλιωτικό έθιμο συγγνώμης και συγχώρεσης. Είναι το έθιμο της Κυριακής του Πάσχα. Τότε που κατά τη δεύτερη ανάσταση οι αντιμαχόμενοι στέκονται αντίκρυ και χαιρετιόνται με το φιλί της αγάπης.

Το ξακουστό μανιάτικο μοιρολόγι δεν εκφράζει μόνο τη συνταρακτική παρουσία του θανάτου. Είναι και η σπαραχτική διαμαρτυρία της νέας γυναίκας που μένει χήρα. Η απελπισμένη φωνή της κόρης που μένει χωρίς προστάτη. Η λυπηρότερη έκφραση της υπέρτατης οδύνης, η γοερή και τρυφερή συνάμα κραυγή της κεραυνοχτυπημένης μάνας που μένει χωρίς παιδί.

Developed in conjunction with Ext-Joom.com

Terms Of Use   Sitemap