Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Λακεδαιμονία

      Το τέλος της ρωμαϊκής πόλης σηματοδοτούν οι επιδρομές των Ερούλων, το 267 μ.Χ., και των Γότθων, το 396 μ.Χ. Η πόλη της Σπάρτης μετασχηματίζεται πλέον σε παλαιοχριστιανικό αστικό κέντρο, με το όνομα Λακεδαιμονία.

      Κατά την εποχή αυτή, καθώς και στη βυζαντινή περίοδο που ακολουθεί, η τειχισμένη έκταση περιορίζεται δραστικά εντός του υστερορρωμαϊκού τείχους, που περιλαμβάνει πλέον μόνο τους λόφους της Ακρόπολης και του Παλαιόκαστρου.

     Από τα μέχρι σήμερα ανασκαφικά δεδομένα δεν φαίνεται να μεταβάλλεται ριζικά η φυσιογνωμία της πόλης. Το διοικητικό κέντρο χωροθετείται πιθανότατα στο τειχισμένο τμήμα της ακρόπολης, ενώ ο οικιστικός ιστός απλώνεται και κάτω από το λόφο. Για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της νέας θρησκείας, αρκετά από τα παλιότερα μεγάλα ρωμαϊκά κτίρια μετασκευάζονται και διακοσμούνται με αξιόλογα ψηφιδωτά, ορισμένα αρχαία ιερά μετατρέπονται σε χριστιανικούς ναούς, νέα οικοδομήματα ανεγείρονται, δρόμοι, αποχετευτικά και αρδευτικά έργα, λουτρά κ.λπ., συμπληρώνουν την εικόνα της παλαιοχριστιανικής πόλης, η οποία είναι μία ακμάζουσα επαρχιακή πόλη και συγκαταλέγεται στα μεγάλα χριστιανικά κέντρα της Πελοποννήσου, όπως μας τα παραδίδει το έργο του Ιεροκλή, «Συνέκδημος».

      Στους λεγόμενους σκοτεινούς χρόνους, με τις αραβικές και σλαβικές επιδρομές (7ος – 8ος αιώνας), αν και οι πληροφορίες των πηγών σπανίζουν, φαίνεται ότι ο πληθυσμός συγκεντρώνεται στην οχυρωμένη ακρόπολη, αναζητώντας την ασφάλεια.

      Ακολουθεί η περίοδος της αναδιοργάνωσης των μεγάλων πόλεων της Πελοποννήσου, ανάμεσα στις οποίες και της Σπάρτης. Η παρουσία του Οσίου Νίκωνα, το 10ο αιώνα, είναι καταλυτική για την ενδυνάμωση του χριστιανικού στοιχείου. Η μονή που ο ίδιος ιδρύει εξελίσσεται σε σημαντικό κέντρο και στην πανήγυρή της συρρέουν πλήθη προσκυνητών. Την αυξανόμενη ισχύ και σημασία της πόλης καταδεικνύει η ανύψωση της επισκοπής της Λακεδαιμονίας σε Μητρόπολη, το 1802. Η παρουσία βυζαντινών αξιωματούχων στην πόλη, αλλά και βενετών εμπόρων, καθώς και ιουδαϊκού πληθυσμού, που ασχολούνται με την επεξεργασία και τη διακίνηση υφασμάτων, καθώς και τη διάθεση του πλεονάσματος του αγροτικού προϊόντος της περιοχής (λάδι, κρασί κ.ά.), δηλώνουν εύγλωττα την οικονομική ευμάρεια που επικρατεί.

      Την εικόνα αυτής της ακμής επιβεβαιώνει η ανασκαφική έρευνα των τελευταίων χρόνων. Η πόλη είχε επεκταθεί, από το 10ο και κυρίως κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, στα νότια και δυτικά της τειχισμένης ακρόπολης, με νέα δημόσια και ιδιωτικά κτίσματα, ναούς, λουτρά, εργαστήρια.

      Η ζωή της πόλης συνεχίστηκε απρόσκοπτα μέχρι το β’ μισό του 13ου αιώνα, οπότε ο πληθυσμός, αναζητώντας μεγαλύτερη ασφάλεια, λόγω της παρουσίας των Φράγκων, μετακινείται σταδιακά προς το λόφο του Μυστρά, το νέο πλέον αστικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής.

Developed in conjunction with Ext-Joom.com

Terms Of Use   Sitemap