Ιστορικό περίγραμμα

           H εύφορη κοιλάδα του Ευρώτα, ανάμεσα στις οροσειρές του Πάρνωνα και του Ταϊγέτου, η Κοίλη Λακεδαίμων, όπως την ονομάζει ο Όμηρος, αποτέλεσε τον πυρήνα του Σπαρτιατικού κράτους, παρά τα πολύ εκτενέστερα όρια της επικράτειάς του. Η πρωτεύουσά του, η Σπάρτη, καταλάμβανε χώρο στη δεξιά/δυτική όχθη του ποταμού, που συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με αυτόν της σύγχρονης πόλης και του γειτονικού οικισμού της Μαγούλας.

              Όπως έδειξαν οι πρόσφατες σωστικές ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η κατοίκιση στο χώρο που κατέλαβε η Σπάρτη κατά τα ιστορικά χρόνια ξεκίνησε τουλάχιστον κατά την 3η χιλιετία π.Χ. Έτσι, στην Πρωτοελλαδική ΙΙ Εποχή μπορούν να χρονολογηθούν τα αποσπασματικά ίχνη οικισμού που αποκαλύφθηκαν σε οικόπεδα στο νοτιοδιτικό άκρο της σύγχρονης πόλης και στη γειτονική περιοχή της Αγίας Ειρήνης, κοντά στις όχθες του ρέματος της Μαγουλίτσας. Από τη μέχρι σήμερα έρευνα δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε επακριβώς την έκταση του οικισμού αυτού, ούτε να εξακριβώσουμε τη σχέση του με τον άλλο σημαντικό οικισμό της Νεολιθικής και της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, στο γειτονικό, χαμηλό λόφο του Κουφόβουνου, σε απόσταση μόλις 2 χλμ. Στα νοτιοδυτικά της Σπάρτης. Λιγοστά επίσης ευρήματα (λίθινα εργαλεία) της ίδιας εποχής εντοπίστηκαν στην ανατολική πλευρά της σύγχρονης πόλης, κοντά στον Ευρώτα.

            Κατά την μυκηναϊκή εποχή, αναπτύχθηκαν μέσα στην κοιλάδα του Ευρώτα, περισσότερο ή λιγότερο κοντά στις όχθες του ποταμού, σημαντικά κέντρα κατοίκισης. Η απουσία όμως ενός μεγάλου κέντρου κατά την εποχή αυτή, παράλληλα με τα μεγαροειδή οικοδομήματα στο λόφο του Μενελαϊου, τα σημαντικότατα ευρήματα του θολωτού τάφου του Βαφειού, τα λείψανα οικισμού στο Παλαιοπύργι, αλλά και τα ευρήματα των μυκηναϊκών χρόνων από την περιοχή των Αμυκλών, τα λείψανα οικισμού στο λόφο του Αγίου Βασιλείου κοντά στο Ξηροκάμπι και τα μυκηναϊκά ευρήματα από την περιοχή του Ανθοχωρίου, οδήγησαν στη διατύπωση της άποψης για την ύπαρξη διαφορετικών κέντρων εξουσίας και όχι μιας κεντρικής ηγεμονίας κατά τη μυκηναϊκή εποχή στη Λακωνία.

            Στην περιοχή της Σπάρτης των ιστορικών χρόνων λιγοστά θραύσματα αγγείων της μυκηναϊκής εποχής έχουν εντοπιστεί στο λόφο της «ακρόπολης» της Σπάρτης και στο χώρο του σύγχρονου σταδίου, ανάμεσα σε λείψανα οικιών των ρωμαϊκών χρόνων. Κατά τις πρόσφατες όμως σωστικές ανασκαφές της Ε΄Εφπρείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, αποκαλύφθηκαν ταφές των Μεσσελλαδικών Χρόνων και κτιστός τάφος της Πρώιμης Μυκηναϊκής Εποχής στην περιοχή του Ψυχικού, στα νοτιοανατολικά της σύγχρονης πόλης. Η αποκάλυψή τους υποδηλώνει την ύπαρξη οικισμού των Μεσελλαδικών και Μυκηναϊκών χρόνων στην περιοχή αυτή, η ακριβής θέση του οποίου δεν έχει ακόμη εντοπιστεί.

          Στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ., μετά την επονομαζόμενη «Κάθοδο των Δωριέων» στην Πελοπόννησο, στο χώρο της Σπάρτης αναπτύχθηκαν τέσσερις κώμες, η Πιτάνη, οι Λίμνες, η Μεσόα και η Κυνόσουρα, οι οποίες συνοικίστηκαν σταδιακά και αποτέλεσαν τη Σπάρτη. Η θέση τους ανιχνεύεται κυρίως από τους τάφους και την κεραμεική των πρωτογεωμετρικών και γεωμετρικών χρόνων που αποκαλύπτονται κατά τις σωστικές ανασκαφές σε διάφορες περιοχές της σύγχρονης πόλης.

          Από πολύ νωρίς, το σπαρτιατικό κράτος ,κάτω από το ιδιότυπο καθεστώς της διπλής βασιλείας, προσπάθησε να προφυλάξει τα σύνορά του αλλά και να επεκταθε.Έτσι κατέλαβε διαδοχικά την Πελλάνα, τη Σελλασία, την Αιγύτιδα, (περιοχή στα σύνορα με την Αρκαδία, κοντά στη Μεγαλόπολη), τη Φάρι, τις Γερόνθρες (σημερινό Γεράκι) και τις Αμύκλες. Η τελευταία αυτή περιοχή ενσωματώθηκε στη Σπάρτη ως πέμπτη μετά από πολύχρονη διαμάχη. Στη συνέχεια κατέλαβε την περιοχή του Έλους και μετά από δύο πολέμους (Μεσσηνιακοί πόλεμοι) κατέλαβε και ενέταξε στο κράτος της τη Μεσσηνία. Συχνές, επίσης, ήταν και οι συγκρούσεις με τους Αργείους και τους Αρκάδες, τους οποίους η Σπάρτη εξουδετέρωσε ως απειλή. Ορισμένους μάλιστα από τους Αρκάδες τους μετέτρεψε σε δορυφόρους της στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Τον ίδιο αιώνα η λακωνική τέχνη γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση. Προϊόντα  χαλκοτεχνίας και κεραμεικής των λακωνικών εργαστηρίων βρίσκονται σε πολλά μεγάλα ιερά και σε πολλές περιοχές της Μεσογείου.

         Ακολούθησε μια μακρά ηγεμονία της Σπάρτης ανάμεσα στις πόλεις της Πελοποννήσου και πολύ συχνά ολόκληρης της Ελλάδας, περίπου μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Σε όλη τη διάρκεια των κλασικών χρόνων η θέση της μέσα στην ελληνική ιστορία είχε μεγάλη σημασία. Έτσι, συμβολή της στον πόλεμο κατά των Περσών υπήρξε καθοριστική, ιδιαίτερα στη μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.). Λίγες δεκαετίες μετά τα περσικά, θα αρχίσει η μακρόχρονη διαμάχη της με την Αθήνα για την ηγεμονία των ελληνικών πόλεων, που θα καταλήξει στον Πελοποννησιακό πόλεμο, την πλέον πολύχρονη σύρραξη της κλασικής Ελλάδας. Ο πόλεμος αυτός τελείωσε με την επικράτηση της Σπάρτης μετά την καθοριστική ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς, το 405 π.Χ., και ακολούθως στην κατάληψη της ίδιας της Αθήνας και το γκρέμισμα των Μακρών Τειχών. Η νικήτρια του Πελοποννησιακού πολέμου και μοναδική μεγάλη δύναμη άπλωσε την ηγεμονία της στον ελληνικό κόσμο και επιχείρησε εκστρατεία στα μικρασιατικά παράλια εναντίον των Περσών. Οι σύμμαχοί της, όμως, γρήγορα δυσανασχέτησαν λόγω της αυταρχικής διοίκησης που επέβαλε. Υπήρξε τότε μια μακρά περίοδος αναστάτωσης με πολλές πολεμικές εκστρατείες και συγκρούσεις σε όλη σχεδόν την ελληνική επικράτεια. Στο τέλος της περιόδου αυτής, η σύγκρουση επικεντρώθηκε ανάμεσα στη Σπάρτη και το νέο πρωταγωνιστή των ελληνικών πραγμάτων, τη Θήβα, και κατέληξε στην τελική ήττα της Σπάρτης στη μάχη των Λεύκτρων, το 371 π.Χ., και στην εδαφική συρρίκνωσή της στα όρια περίπου του σημερινού νομού Λακωνίας, μετά την ίδρυση της Μεγαλόπολης και την επανίδρυση της Μεσσήνης.

        Η απομόνωση και η περιθωριοποίηση της Σπάρτης έγινε ακόμα εντονότερη με την εμφάνιση και την επικράτηση των Μακεδόνων στον ελληνικό χώρο. Οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην εκστρατεία των Μακεδόνων κατά των Περσών επειδή δεν θα είχαν την αρχηγία, με αποτέλεσμα τον παραμερισμό τους. Αργότερα, μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, η Σπάρτη προσπάθησε να ανακτήσει μέρος της παλαιάς της αίγλης, αλλά οι νέες δυνάμεις που είχαν πλέον αναπτυχθεί στον ελλαδικό χώρο και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, όπως η Αχαϊκή  Συμπολιτεία, δεν επέτρεψαν την αναβίωση της δύναμής της. Κατά την περίοδο αυτή εξάλλου, η πατροπαράδοτη κοινωνική οργάνωση του σπαρτιατικού κράτους είχε διαταραχθεί και είχε περιοριστεί ο αριθμός των «ομοίων», οι οποίοι είχαν πολιτικά δικαιώματα. Έτσι, στο β΄μισό του 3ου αι. π.Χ., δύο μεταρρυθμιστές βασιλείς, ο Άγις και ο Κλεομένης, προσπάθησαν να προχωρήσουν σε αναδιανομή των αγροτικών εκτάσεων ώστε να δημιουργήσουν μια νέα  τάξη πολιτών, εντάσσοντας σε αυτή ευρύτερες μερίδες του πληθυσμού της Λακωνικής. Με επικεφαλής το βασιλέα Κλεομένη, η Σπάρτη άρχισε να ανακτά εδάφη και επιρροή στην Πελοπόννησο, αλλά η πορεία της αυτή ανακόπηκε το 222 π.Χ. από το Μακεδόνα βασιλέα Αντίγονο τον Δώσωνα, ο οποίος κατατρόπωσε το σπαρτιατικό στρατό στην περίφημη μάχη της Σελλασίας και ανάγκασε τον Κλεομένη να καταφύγει στην Αίγυπτο.

         Ακολούθησε μια περίοδος κατά την οποία επικράτησαν στην εξουσία διάφοροι τύραννοι μέχρι που ο Ρωμαίος νικητής των Μακεδόνων, Τίτος Φλαμινίνος, εισέβαλε στη Λακωνία, πολιόρκησε τη Σπάρτη και κατέλαβε σχεδόν όλη την ύπαιθρο χώρα και το Γύθειο. Επέβαλε μάλιστα απεχθείς όρους και περιόρισε ουσιαστικά το σπαρτιατικό κράτος στα όρια της κοιλάδας της Λακεδαίμονας. Οι άλλοτε περιοικίδες πόλεις της Σπάρτης αυτονομήθηκαν και εντάχθηκαν στο «Κοινόν των Λακεδαιμονίων».

        Μετά την επικράτηση των Ρωμαίων σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, η Σπάρτη αφέθηκε ελεύθερη και αφορολόγητη. Κατά την εποχή του Αυγούστου, στα τέλη του 1ου αι. π. Χ., στο επίκεντρο των σπαρτιατικών πραγμάτων αναδείχθηκε ο Γάιος Ιούλιος Ευρυκλής, σημαντική πολιτική φυσιογνωμία, με ισχυρούς δεσμούς με τη Ρώμη και τον ίδιο τον Οκταβιανό Αύγουστο, αφού συντάχθηκε στο πλευρό του κατά τη ναυμαχία του Ακτίου ενάντια στον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα. Τότε με ενέργειες του Αυγούστου, το «Κοινόν των Λακεδαιμονίων» αναδιοργανώθηκε ριζικά και μετονομάστηκε σε «Κοινόν των Ελευθερολακώνων». Η ίδρυσή του είχε ως αποτέλεσμα να χάσει η Σπάρτη οριστικά σχεδόν όλα τα εδάφη της νότιας Λακωνίας.

        Η μεγάλη φήμη της παλαιάς ηγεμονίας της Σπάρτης κίνησε το ενδιαφέρον πολλών ρωμαίων αυτοκρατόρων. Ανάμεσά τους και ο Αδριανός, ο φιλέλληνας αυτοκράτορας, που την επισκέφτηκε δύο φορές. Κατά την εποχή του φαίνεται ότι έγιναν σημαντικά τεχνικά έργα στη Σπάρτη και τη Λακωνία. Λίγο αργότερα, η Σπάρτη συμμετείχε στις εκστρατείες των Ρωμαίων κατά των Πάρθων, που ταυτίζονται με τους Πέρσες στη συνείδηση της εποχής.

       Οι επιδρομές των Ερούλων και των Γότθων στην Ελλάδα, τον 3ο και 4ο αι. μ.Χ., είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή της πόλης δύο φορές. Παρά τις καταστροφές αυτές, η Σπάρτη συνέχισε να ευημερεί, όπως δείχνουν τα ευρήματα των σωστικών ανασκαφών που διεξάγονται τα τελευταία χρόνια.

      Μετά την ίδρυση του Μυστρά ο χώρος της αρχαίας πόλης εγκαταλείπεται για πολλούς αιώνες, μέχρι την επανίδρυση της Σπάρτης από τον  Όθωνα, το 1834.

Developed in conjunction with Ext-Joom.com

Terms Of Use   Sitemap